επίνευση
η, ουσ.
- συναίνεση που εκδηλώνεται με κλίση του κεφαλιού προς τα εμπρός, η συγκατάνευση
- συγκατάθεση
- (μσν.) έμπνευση, επιφοίτηση
- (φρ.) «επίνευση κεραιών», η τοποθέτηση των κεραιών του πλοίου σε χαμηλότερη θέση ως ένδειξη πένθους.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπίνευσις < [αμετβ.] αρχ. ἐπινεύω [= δίνω τη συγκατάθεσή μου με κλίση της κεφαλής προς τα κάτω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίνευση», σ. 293. https://navalhistory.gr/lexiko/επινευση/