navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επίνευση

επίνευση

η, ουσ.

  1. συναίνεση που εκδηλώνεται με κλίση του κεφαλιού προς τα εμπρός, η συγκατάνευση
  2. συγκατάθεση
  3. (μσν.) έμπνευση, επιφοίτηση
  4. (φρ.) «επίνευση κεραιών», η τοποθέτηση των κεραιών του πλοίου σε χαμηλότερη θέση ως ένδειξη πένθους.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐπίνευσις < [αμετβ.] αρχ. ἐπινεύω [= δίνω τη συγκατάθεσή μου με κλίση της κεφαλής προς τα κάτω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίνευση», σ. 293. https://navalhistory.gr/lexiko/επινευση/