επιμήκης
-ης, επίμηκες, επίθ.
αυτός που είναι μεγαλύτερος κατά μήκος σε σύγκριση με το πλάτος, μακρόστενος, αντών. φαρδύς.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιμήκης < ἐπί + μῆκος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιμήκης», σ. 293. https://navalhistory.gr/lexiko/επιμηκησ/