επιμετάλλωση
η, ουσ.
(μεταλλ.) η επένδυση μεταλλικής επιφάνειας από άλλο, συνήθως πολύτιμο, μέταλλο για προστατευτικούς ή διακοσμητικούς λόγους, π.χ. επιχρύσωση, επαργύρωση, επινικέλωση.
Ετυμολογία
< επιμεταλλώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιμετάλλωση», σ. 293. https://navalhistory.gr/lexiko/επιμεταλλωση/