επικρεμής
-ής, -ές, επίθ.
κρεμαστός, (φρ.) «επικρεμής άγκυρα», δηλ. κρεμαστή άγκυρα δεμένη στο ένα της άκρο από τον κεφαλοδέτη [= αγκυρόδεσμος] έτοιμη για τη διαδικασία της πόντισης.
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. ἐπικρεμής, ές [= εκκρεμής, μετέωρος] < ἐπι- + - κρεμής < κρεμάννυμι [= κρεμώ, αναρτώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επικρεμής», σσ. 291-292. https://navalhistory.gr/lexiko/επικρεμησ/