navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επικρατώ

επικρατώ

ρ. [μετβ.] και [αμετβ.]

  1. υπερτερώ, υπερισχύω, επιβάλλομαι
  2. υπάρχω, κυριαρχώ, βασιλεύω
  3. νικώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπικρατῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επικρατώ», σ. 291. https://navalhistory.gr/lexiko/επικρατω/