επικρατώ
ρ. [μετβ.] και [αμετβ.]
- υπερτερώ, υπερισχύω, επιβάλλομαι
- υπάρχω, κυριαρχώ, βασιλεύω
- νικώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπικρατῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επικρατώ», σ. 291. https://navalhistory.gr/lexiko/επικρατω/