navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επανεισάγω

επανεισάγω

ρ. [μετβ.]

εισάγω εκ νέου από άλλο κράτος διάφορα αγαθά.

Ετυμολογία

< επ(ί) + αν(ά) + εισάγω < αρχ. εἰσάγω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επανεισάγω», σ. 284. https://navalhistory.gr/lexiko/επανεισαγω/