επανεισαγωγή
η, ουσ.
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επανεισάγω
- η εκ νέου εισαγωγή, προσθήκη.
Ετυμολογία
< επ(ί) + αν(ά) + εισαγωγή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επανεισαγωγή», σ. 284. https://navalhistory.gr/lexiko/επανεισαγωγη/