επάκτιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που βρίσκεται στην ακτή ή κοντά στην ακτή, συνών. παράλιος, παραθαλάσσιος, (φρ.) «επάκτια γνωρίσματα», μόνιμα και ορατά από τη θάλασσα σημεία των ακτών (φυσικά ή τεχνητά), που χρησιμεύουν στον προσανατολισμό των ναυτικών και των αλιέων, «επάκτιος ραδιοσταθμός / σταθμός ραντάρ / άμυνα», «επάκτιο πυροβολείο / πυροβολικό / οχυρό», [ως κύρ. όν.] Ἐπάκτιος, προσωνύμιο του θεού Ερμή στη Σικυώνα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπάκτιος < ἐπ(ι)- + ἄκτιος [< ἀκτ(ή)] + -ιος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επάκτιος», σ. 282. https://navalhistory.gr/lexiko/επακτιοσ/