εξέλαση
η, ουσ.
(μεταλλ.) κατεργασία μεταλλικού φύλλου το οποίο περνιέται ανάμεσα από δύο περιστρεφόμενους ατσάλινους κυλίνδρους [αλλιώς ράουλα] ενός ηλεκτροκίνητου κυλίνδρου, έτσι ώστε να λεπτύνει και συγχρόνως να αποκτήσει μεγαλύτερο μήκος,
- (μσν.) επίταξη για πολεμικούς σκοπούς
- (αρχ.) 1. έξωση, εξορία, 2. εκστρατεία.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξέλασις < ἐξ-ἐλαύνω, [= οδηγώ έξω από].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξέλαση», σ. 278. https://navalhistory.gr/lexiko/εξελαση/