navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξέδρα

εξέδρα

η, ουσ.

επίπεδη και υπερυψωμένη κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που εξυπηρετεί εκείνους που θέλουν να βλέπουν από ψηλά ή για να φαίνονται καλύτερα από άλλους που βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα π.χ.:

  1. εξέδρα καταδύσεων σε πισίνες για πραγματοποίηση αλμάτων από κολυμβητές
  2. εξέδρα επισήμων σε παρελάσεις
  3. εξέδρα άντλησης πετρελαίου
  4. εξέδρα καθισμάτων σε γηπεδικούς, κλειστούς ή ανοικτούς, χώρους
  5. εξέδρα για συναυλιακές εκδηλώσεις
  6. εξέδρα εκτόξευσης διαστημοπλοίου / πυραύλου / εξέδρα drone
  7. εξέδρα αποβίβασης ή επιβίβασης σε θαλάσσια περιοχή η οποία συνδέεται με την ξηρά με διάδρομο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐξέδρα [= ταράτσα σκεπαστή με καθίσματα, βοηθητικό οίκημα, καλύβα, στοά] < ἐξ + ἕδρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξέδρα», σ. 278. https://navalhistory.gr/lexiko/εξεδρα/