εξέδρα
η, ουσ.
επίπεδη και υπερυψωμένη κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που εξυπηρετεί εκείνους που θέλουν να βλέπουν από ψηλά ή για να φαίνονται καλύτερα από άλλους που βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα π.χ.:
- εξέδρα καταδύσεων σε πισίνες για πραγματοποίηση αλμάτων από κολυμβητές
- εξέδρα επισήμων σε παρελάσεις
- εξέδρα άντλησης πετρελαίου
- εξέδρα καθισμάτων σε γηπεδικούς, κλειστούς ή ανοικτούς, χώρους
- εξέδρα για συναυλιακές εκδηλώσεις
- εξέδρα εκτόξευσης διαστημοπλοίου / πυραύλου / εξέδρα drone
- εξέδρα αποβίβασης ή επιβίβασης σε θαλάσσια περιοχή η οποία συνδέεται με την ξηρά με διάδρομο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξέδρα [= ταράτσα σκεπαστή με καθίσματα, βοηθητικό οίκημα, καλύβα, στοά] < ἐξ + ἕδρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξέδρα», σ. 278. https://navalhistory.gr/lexiko/εξεδρα/