navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξάπλευρος

εξάπλευρος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που έχει έξι πλευρές
  2. (γεωμ.) [το ουδ. ως ουσ.] το εξάπλευρο, γεωμετρικό σχήμα που έχει 6 πλευρές.

Ετυμολογία

< μτγν. ἑξάπλευρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάπλευρος», σ. 276. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαπλευροσ/