navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξαντλώ

εξαντλώ

ρ. [μετβ.]

  1. αντλώ ως το τέλος, αδειάζω, εκκενώνω
  2. (μτφ.) τελειώνω κάτι εντελώς
  3. εξασθενίζω τον οργανισμό
  4. ξοδεύω, κατασπαταλώ, καταξοδεύω
  5. εξατμίζω
  6. (για αφηρημένες έννοιες) φθάνω στα άκρα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐξαντλέω, -ῶ, < ἐξ- + ἄντλος [= 1. το κοίλο μέρος του πλοίου, όπου κατακάθονται τα βρομόνερα, 2. τα βρομόνερα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαντλώ», σ. 276. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαντλω/