εξαντλώ
ρ. [μετβ.]
- αντλώ ως το τέλος, αδειάζω, εκκενώνω
- (μτφ.) τελειώνω κάτι εντελώς
- εξασθενίζω τον οργανισμό
- ξοδεύω, κατασπαταλώ, καταξοδεύω
- εξατμίζω
- (για αφηρημένες έννοιες) φθάνω στα άκρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξαντλέω, -ῶ, < ἐξ- + ἄντλος [= 1. το κοίλο μέρος του πλοίου, όπου κατακάθονται τα βρομόνερα, 2. τα βρομόνερα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαντλώ», σ. 276. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαντλω/