navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενσύρματος

ενσύρματος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που φέρει καλώδιο, καλωδιακός, αντών. ασύρματος, (φρ.) «ενσύρματη τηλεπικοινωνία».

Ετυμολογία

< ενσυρματ- (< σύρμα) -ος.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενσύρματος», σ. 272. https://navalhistory.gr/lexiko/ενσυρματοσ/