έμφορτος
-η, -ο, επίθ.
φορτωμένος, κατάφορτος, αντών. άφορτος, (έκφρ.) «μήκος εμφόρτου ισάλου», είναι η απόσταση μεταξύ της πρωραίας και της ακραίας πρυμναίας καθέτου, «έμφορτο βύθισμα», είναι η απόσταση της εμφόρτου ισάλου γραμμής από τη βασική γραμμή.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔμφορτος < αρχ. ἐν + φόρτος < φέρω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έμφορτος», σ. 268. https://navalhistory.gr/lexiko/εμφορτοσ/