έμφαση
η, ουσ.
- σαφής δήλωση της έννοιας, η ιδιαίτερη προσοχή σε κάτι, συνών. προσοχή, βαρύτητα
- τρόπος διατύπωσης της σκέψης, συνών. εκφραστικότητα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔμφασις < ἐμ-φαίνω [= επιδεικνύω, παρουσιάζω, εμφανίζω, φανερώνω, εκθέτω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έμφαση», σ. 268. https://navalhistory.gr/lexiko/εμφαση/