navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έμπορος και έμπορας

έμπορος

Και: έμπορας

ο, -ισσα, η, ουσ.

(επάγγ.)

  1. αυτός που αγοράζει χονδρικώς προϊόντα και τα διοχετεύει στην αγορά ή στο καταναλωτικό κοινό λιανικώς, χωρίς να τα μεταποιεί, με σκοπό το προσωπικό κέρδος
  2. ο χονδρέμπορος
  3. [παρωχημένο] ο υφασματέμπορος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔμπορος < (φρ.) ἐν + πόρῳ [= αυτός που βρίσκεται στο πέρασμα – δηλ. αυτός που διασχίζει τη θάλασσα ως επιβάτης πλοίου», (η λ. πόρος δήλωνε αρχικώς το μέσον με το οποίο μπορούσε κανείς να ταξιδέψει στη θάλασσα) [ετυμολογική καταγραφή στο λεξικό του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη].

Παράγωγα

εμπορικός, εμπορία.

Σύνθετα

εμποροκρατία > εμπορομεσίτης, εμπορομηχανικός, εμποροπλοίαρχος, εμποροκαπετάνιος, εμποροναύτης, εμπορορ(ρ)αφείο, εμπορορ(ρ)άφτης, εμποροϋπάλληλος, εμποροδικείο / καρβουνέμπορος, λαθρέμπορος, λιανέμπορος, λαδέμπορος, μηλέμπορος, χονδρέμπορος και χοντρέμπορος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έμπορος και έμπορας», σ. 267. https://navalhistory.gr/lexiko/εμποροσ-και-εμπορασ/