έμπορος
Και: έμπορας
ο, -ισσα, η, ουσ.
(επάγγ.)
- αυτός που αγοράζει χονδρικώς προϊόντα και τα διοχετεύει στην αγορά ή στο καταναλωτικό κοινό λιανικώς, χωρίς να τα μεταποιεί, με σκοπό το προσωπικό κέρδος
- ο χονδρέμπορος
- [παρωχημένο] ο υφασματέμπορος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔμπορος < (φρ.) ἐν + πόρῳ [= αυτός που βρίσκεται στο πέρασμα – δηλ. αυτός που διασχίζει τη θάλασσα ως επιβάτης πλοίου», (η λ. πόρος δήλωνε αρχικώς το μέσον με το οποίο μπορούσε κανείς να ταξιδέψει στη θάλασσα) [ετυμολογική καταγραφή στο λεξικό του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη].
Παράγωγα
εμπορικός, εμπορία.
Σύνθετα
εμποροκρατία > εμπορομεσίτης, εμπορομηχανικός, εμποροπλοίαρχος, εμποροκαπετάνιος, εμποροναύτης, εμπορορ(ρ)αφείο, εμπορορ(ρ)άφτης, εμποροϋπάλληλος, εμποροδικείο / καρβουνέμπορος, λαθρέμπορος, λιανέμπορος, λαδέμπορος, μηλέμπορος, χονδρέμπορος και χοντρέμπορος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έμπορος και έμπορας», σ. 267. https://navalhistory.gr/lexiko/εμποροσ-και-εμπορασ/