εμποροπλοίαρχος
το, ουσ.
(επάγγ.) πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, αλλά και εμποροκαπετάνιος [δες λ.].
Ετυμολογία
< έμπορ(ας) + -ο- + πλοίαρχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμποροπλοίαρχος», σ. 267. https://navalhistory.gr/lexiko/εμποροπλοιαρχοσ/