navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ελέγχω

ελέγχω

ρ. [μετβ.]

  1. πραγματοποιώ έρευνα σε συγκεκριμένο θέμα, για να βεβαιωθώ για την αλήθεια
  2. εξετάζω, κριτικάρω και ανασκευάζω
  3. περιορίζω, συγκρατώ, αναχαιτίζω
  4. επικρίνω, επιπλήττω
  5. ενεργώ έτσι ώστε να μπορώ να διευθύνω, να κατευθύνω, να διευθετώ κάτι
  6. διοικώ, εξουσιάζω
  7. (μτφ.) χαλιναγωγώ
  8. επιβλέπω, παρακολουθώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔλεγχος, σημδ. από τη γαλλ. contrôle, ή την αγγλ. control.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελέγχω», σ. 259. https://navalhistory.gr/lexiko/ελεγχω/