ελέγχω
ρ. [μετβ.]
- πραγματοποιώ έρευνα σε συγκεκριμένο θέμα, για να βεβαιωθώ για την αλήθεια
- εξετάζω, κριτικάρω και ανασκευάζω
- περιορίζω, συγκρατώ, αναχαιτίζω
- επικρίνω, επιπλήττω
- ενεργώ έτσι ώστε να μπορώ να διευθύνω, να κατευθύνω, να διευθετώ κάτι
- διοικώ, εξουσιάζω
- (μτφ.) χαλιναγωγώ
- επιβλέπω, παρακολουθώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔλεγχος, σημδ. από τη γαλλ. contrôle, ή την αγγλ. control.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελέγχω», σ. 259. https://navalhistory.gr/lexiko/ελεγχω/