έλεγχος
ο, ουσ.
- η έρευνα για την αλήθεια, την ορθότητα, την αξία, την ικανότητα, την αυθεντικότητα κάποιου πράγματος, η εξακρίβωση, η πραγματογνωμοσύνη, (φρ.) «έλεγχος πιστοποιητικών / έλεγχος μηχανών / λογιστικών βιβλίων»,
- (για θεωρίες, λόγους, απόψεις κ.λπ.) κριτική ανάλυση για ανεύρεση των τρωτών σημείων
- δημόσια υπηρεσία που ασκεί εποπτεία σε επαγγελματικούς χώρους
- σχολικό έντυπο που εμφανίζει την πρόοδο του μαθητή
- συγκράτηση
- κυριαρχία σε έναν τόπο, διακυβέρνηση
- (φρ.) «αίθουσα / διακόπτης / επιστόμιο / κύκλωμα / σχάρα / λυχνία / μανόμετρο / μετασχηματιστής / μηχανισμός / πίνακας / σταθμός / πύργος / στοιχείο ελέγχου κ.ά.».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλεγχος», σ. 259. https://navalhistory.gr/lexiko/ελεγχοσ/