έλαστρο
το, ουσ.

(τεχνολ.) εργαλειομηχανή που χρησιμοποιείται για την έλαση μεταλλικών όγκων και την παραγωγή ελασμάτων, ράβδων, συρμάτων κ.λπ. αποτελείται από δύο παραλλήλους και αντίρροπα στρεφόμενους κυλίνδρους, ΤΥΠΟΙ ΕΛΑΣΤΡΩΝ: α) έλαστρο δύο ράουλων [< γαλλ. rοuleau < μτγν. λατιν. rοtella, υποκ. του λατιν. rοta = τροχός], β) έλαστρο δύο ράουλων με αναστρεφόμενη κίνηση, γ) έλαστρο τριών ράουλων, δ) έλαστρο τεσσάρων ράουλων, ε) έλαστρο τύπου cluster.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔλαστρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλαστρο», σσ. 257-258. https://navalhistory.gr/lexiko/ελαστρο/