εκφορτωτής
ο, ουσ.
- (τεχνολ.) μηχάνημα που ξεφορτώνει κυρίως, αδρανή υλικά σε σωρούς, σιλό ή μεταφορικά μέσα, συνών. εκφορτωτήρας
- ο χειριστής του εκφορτωτήρα, φορτοεκφορτωτής.
Ετυμολογία
< εκφορτω- (μσν. εκφορτώνω) -της.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκφορτωτής», σ. 257. https://navalhistory.gr/lexiko/εκφορτωτησ/