navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκφορτωτής

εκφορτωτής

ο, ουσ.

  1. (τεχνολ.) μηχάνημα που ξεφορτώνει κυρίως, αδρανή υλικά σε σωρούς, σιλό ή μεταφορικά μέσα, συνών. εκφορτωτήρας
  2. ο χειριστής του εκφορτωτήρα, φορτοεκφορτωτής.

Ετυμολογία

< εκφορτω- (μσν. εκφορτώνω) -της.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκφορτωτής», σ. 257. https://navalhistory.gr/lexiko/εκφορτωτησ/