έλαση
η, ουσ. [γεν. -εως]
η μηχανουργική κατεργασία, με σφυρηλάτηση ή εφελκυσμό [δηλ. άσκηση δύο ισοδύναμων αλλά αντίρροπων δυνάμεων πάνω σ’ ένα σώμα], σε θερμή ή ψυχρή κατάσταση, στην οποία υποβάλλεται μια μάζα μετάλλου για να πάρει μορφή ελάσματος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔλα(σις) [= διώξιμο, εκστρατεία] + -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλαση», σ. 257. https://navalhistory.gr/lexiko/ελαση/