έλαιο
το, ουσ.
- το υγρό που παράγεται από τον καρπό της ελιάς, συνών. ελαιόλαδο, λάδι
- κάθε λιπαρή ουσία που μοιάζει με το λάδι.
Ετυμολογία
< αρχ. έλαιον < ελαία [= ελιά].
Παράγωγα
ελαιώδης, ελαίωση.
Σύνθετα
αγουρέλαιο, αμυγδαλέλαιο, αραβοσιτέλαιο, βαμβακέλαιο, βρασκέλαιο, γαριφαλέλαιο, ελαιόλαδο, ευχέλαιο, ηλιέλαιο, ιχθυέλαιο, κικινέλαιο [=φυτικό έλαιο που παράγεται από το τροπικό φυτό Ρίκινος ο Κοινός], καστορέλαιο, κουνουπέλαιο, λινέλαιο, μηχανέλαιο, μουρουνέλαιο, ορυκτέλαιο, παραφινέλαιο, πετρέλαιο, πισσέλαιο, πυρηνέλαιο, ροδέλαιο, σπορέλαιο, σησαμέλαιο, σογιέλαιο, χρωματέλαιο αλλά και [με α΄συνθετ.] ελαιόδεντρο, ελαιοδείκτης, ελαιοδόκη [= δοχείο προσαρτημένο σε μηχανή στο οποίο περιέχεται λάδι για την διαδικασία της αυτόματης λίπανσης], ελαιοδοχείο, ελαιόκαρπος, ελαιοκομείο, ελαιοκράμβη, ελαιόμετρο, ελαιόμυλος, ελαιοπαραγωγή, ελαιοπαραγωγός, ελαιόπιτα, ελαιοπυρήνας, ελαιοπώλης, ελαιορρόη [= το λαδικό], ελαιοστεγής, ελαιοσυλλέκτης, ελαιοτριβείο, ελαιουργείο, ελαιοφυτεία, ελαιόχρωμα, ελαιοχρωματιστής, ελαιόψυκτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλαιο», σ. 257. https://navalhistory.gr/lexiko/ελαιο/