εκτόνωση
η, ουσ.
- η χαλάρωση της έντασης
- η απότομη πτώση της πίεσης αερίου σε εσωτερικό χώρο, αλλιώς: αποτόνωση
- η ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής
- (φρ.) «αδιαβατική / ατελής / ελεύθερη / θερμική / ισοθερμική / μεταβλητή / πολλαπλή εκτόνωση», [γεν.] «ατμοσύρτης / βαθμός / δεξαμενή / δοχείο / δύναμη / καμπύλη / μηχανή / μηχανισμός ρύθμισης / συντελεστής / στυπειοθλίπτης / σωλήνας εκτόνωσης, -εως».
Ετυμολογία
< εκτόνω-σις > -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτόνωση», σ. 255. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτονωση/