navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκτινάσσω

εκτινάσσω

ρ. [μετβ.]

  1. ρίχνω κάτι ή κάποιον προς τα έξω με δύναμη
  2. (μτφ.) αυξάνω τις τιμές σε διάφορα αγαθά.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκ-τινάσσω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτινάσσω», σ. 255. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτινασσω/