εκτινάσσω
ρ. [μετβ.]
- ρίχνω κάτι ή κάποιον προς τα έξω με δύναμη
- (μτφ.) αυξάνω τις τιμές σε διάφορα αγαθά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκ-τινάσσω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτινάσσω», σ. 255. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτινασσω/