εκροή
η, ουσ.
- ροή υγρού προς τα έξω
- (συνεκδ.) μέρος απ’ όπου χύνεται κάποιο υγρό, (φρ.) «θυρίδα / ταχύτητα / ποσότητα εκροής»,
- (μτφ.) η εξαγωγή συναλλάγματος ή αγαθών από μία χώρα προς κάποια άλλη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκροή < ἐκρέω < ἐκ + ῥέω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκροή», σ. 254. https://navalhistory.gr/lexiko/εκροη/