navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκροή

εκροή

η, ουσ.

  1. ροή υγρού προς τα έξω
  2. (συνεκδ.) μέρος απ’ όπου χύνεται κάποιο υγρό, (φρ.) «θυρίδα / ταχύτητα / ποσότητα εκροής»,
  3. (μτφ.) η εξαγωγή συναλλάγματος ή αγαθών από μία χώρα προς κάποια άλλη.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκροή < ἐκρέω < ἐκ + ῥέω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκροή», σ. 254. https://navalhistory.gr/lexiko/εκροη/