έκρηξη
η, ουσ. [γεν. έκρηξης, -εως]
- ξαφνική και με πάταγο διάρρηξη σώματος που περιέχει ουσίες που μετασχηματίζονται σε αέρια μορφή και προκαλούν δυνατό κρότο και ισχυρά μηχανικά αποτελέσματα, (φρ.) «έκρηξη πυρίτιδας / δυναμίτιδας / οβίδας / φιάλης υγραερίου / ατμολέβητα / θερμοσίφωνα / υδροσωλήνα»,
- (μτφ.) ξαφνική έναρξη καταστρεπτικής κατάστασης, (φρ.) «έκρηξη πυρκαγιάς / πολέμου / διπλωματικού επεισοδίου / πολιτικής κρίσης / ηφαιστείου»,
- (μτφ.) ορμητική έκφραση συναισθήματος, ξέσπασμα, «έκρηξη θυμού / οργής»,
- (μτφ.) α) η μεγάλη και απότομη πληθυσμιακή ή δημογραφική αύξηση, εκτίναξη, εκτόξευση.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔκρηξις [= απότομο άνοιγμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έκρηξη», σ. 254. https://navalhistory.gr/lexiko/εκρηξη/