εκκενωτής
ο, ουσ.
- (επάγγ.) αυτός που έχει την υποχρέωση, ως επαγγελματίας, να απομακρύνει τα περιττά, τα άχρηστα υλικά, από κάποιον χώρο, αυτός που φροντίζει για το άδειασμα των δεξαμενών
- (φυσ.) όργανο με το οποίο πραγματοποιείται η εκκένωση των ηλεκτρικών συμπυκνωτών.
Ετυμολογία
< εκκενώνω + -της.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκενωτής», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκενωτησ/