navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκκένωση

εκκένωση

η, ουσ.

η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω:

  1. άδειασμα του περιεχομένου
  2. ομαδική αποχώρηση ή απομάκρυνση, από κλειστό χώρο ή ευρύτερο τόπο, των προσώπων που βρίσκονται σ’ αυτόν
  3. (ηλεκτρολ.) η απότομη μεταφορά ηλεκτρικών φορτίων από ένα αγώγιμο σώμα σε άλλο
  4. (φρ.) «αντλία εκκενώσεως / κρουνός εκκενώσεως».

Ετυμολογία

< μτγν. ἐκκένω(σις) [= πλήρες άδειασμα] + -ση, σημδ. από την αγγλ. discharge.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκένωση», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκενωση/