εκκένωση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω:
- άδειασμα του περιεχομένου
- ομαδική αποχώρηση ή απομάκρυνση, από κλειστό χώρο ή ευρύτερο τόπο, των προσώπων που βρίσκονται σ’ αυτόν
- (ηλεκτρολ.) η απότομη μεταφορά ηλεκτρικών φορτίων από ένα αγώγιμο σώμα σε άλλο
- (φρ.) «αντλία εκκενώσεως / κρουνός εκκενώσεως».
Ετυμολογία
< μτγν. ἐκκένω(σις) [= πλήρες άδειασμα] + -ση, σημδ. από την αγγλ. discharge.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκένωση», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκενωση/