έκβρασμα
το, ουσ.
- οτιδήποτε απορρίπτεται
- οτιδήποτε βγάζει στην ξηρά η θάλασσα ή το ποτάμι, (λαϊκότροπα) ξέβρασμα
- το σύνολο των σωματιδίων που ανέρχονται στην επιφάνεια ενός υγρού όταν αυτό βράζει ή σχηματίζει δίνες.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔκβρασμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έκβρασμα», σ. 250. https://navalhistory.gr/lexiko/εκβρασμα/