εκβράζω
ρ. [μετβ.]
- πετώ κάτι έξω, ρίχνω, απορρίπτω
- βγάζω κάτι στην ακτή με την ώθηση από το κύμα της θάλασσας, ξεβράζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκβράζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκβράζω», σ. 250. https://navalhistory.gr/lexiko/εκβραζω/