navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εισροή

εισροή

η, ουσ.

  1. (λόγ.) ροή υγρού ή αέριου σώματος προς το εσωτερικό του δοχείου, εισόρμηση, αντών. εκροή
  2. (μτφ.) συνεχής εισαγωγή χρήματος, ή άλλων αξιών και αγαθών, από μια χώρα σε μια άλλη, (φρ.) «εισροή ξένου συναλλάγματος».

Ετυμολογία

< μτγν. εἰσροή < αρχ. εἰσρέω < εἰς + ῥέω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εισροή», σ. 249. https://navalhistory.gr/lexiko/εισροη/