εισροή
η, ουσ.
- (λόγ.) ροή υγρού ή αέριου σώματος προς το εσωτερικό του δοχείου, εισόρμηση, αντών. εκροή
- (μτφ.) συνεχής εισαγωγή χρήματος, ή άλλων αξιών και αγαθών, από μια χώρα σε μια άλλη, (φρ.) «εισροή ξένου συναλλάγματος».
Ετυμολογία
< μτγν. εἰσροή < αρχ. εἰσρέω < εἰς + ῥέω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εισροή», σ. 249. https://navalhistory.gr/lexiko/εισροη/