εισπλέω
ρ. [αμετβ.]
εισέρχομαι πλέοντας σε λιμάνι ή σε όρμο, συνών. καταπλέω, αντών. αποπλέω, εκπλέω.
Ετυμολογία
< αρχ. εἰσπλέω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εισπλέω», σ. 248. https://navalhistory.gr/lexiko/εισπλεω/