navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εισάγω

εισάγω

ρ. [μετβ.]

  1. τοποθετώ κάτι μέσα σε κάτι άλλο
  2. (για εμπορεύματα) φέρνω προϊόντα από κάποιο άλλο κράτος στη χώρα που ανήκω
  3. εμφανίζω για πρώτη φορά κάτι, καινοτομώ, βάζω σε λειτουργία ένα μηχανισμό πρώτο, εγκαινιάζω
  4. συσταίνω για πρώτη φορά κάποιον σε άλλους.

Ετυμολογία

< αρχ. εἰσάγω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εισάγω», σ. 247. https://navalhistory.gr/lexiko/εισαγω/