εισαγόμενος
-η, -ο, [μτχ. παθ. παρακειμένου του αρχ. ρ. εἰσάγω]
- αυτός που εισέρχεται σε κάποιον χώρο
- [ουδ.] προϊόν που παρασκευάζεται ή κατασκευάζεται σε ξένη χώρα και εισάγεται σε άλλη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εισαγόμενος», σ. 247. https://navalhistory.gr/lexiko/εισαγομενοσ/