διοχετεύω
ρ. [μετβ.]
- μεταφέρω μέσω αγωγού κάποιο υγρό ή αέριο στοιχείο
- μεταφέρω δια μέσου καλωδίων ηλεκτρική ενέργεια
- (μτφ.) μεταβιβάζω σε άλλους ιδέες, εμπόρευμα, πλούτο κ.λπ., διακινώ.
Ετυμολογία
< αρχ. δι(α) + ὀχετεύω [= κατευθύνω τη ροή του νερού μέσω οχετού, τάφρου ή διώρυγας] < ὀχετός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διοχετεύω», σ. 227. https://navalhistory.gr/lexiko/διοχετευω/