navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διοχέτευση

διοχέτευση

η, ουσ.

  1. μεταφορά υγρού ή αερίου σώματος διαμέσου κάποιου αγωγού
  2. (μτφ.) μετάδοση πληροφορίας ή διακίνηση λαθραίων στην αγορά ή ναρκωτικών ουσιών κ.λπ.

Ετυμολογία

< διοχετεύ(ω) -σις > -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διοχέτευση», σ. 227. https://navalhistory.gr/lexiko/διοχετευση/