διεύθυνση
η, ουσ.
- η ευθύνη που έχει ο διοικητής της υπηρεσίας, του οργανισμού ή της εταιρείας, να προγραμματίζει και να επιβλέπει τη λειτουργία του χώρου του
- το πρόσωπο που καθοδηγεί τον επαγγελματικό ή υπηρεσιακό χώρο
- το σύνολο των προσώπων που συμβάλλουν στη διοίκηση ενός χώρου
- ο τόπος στον οποίο κατοικεί κάποιος
- (μηχανολ.) το σύνολο των μηχανισμών του οχήματος που συμβάλλουν στην ομαλή πορεία
- (φρ.) «διεύθυνση δασών / σχολείου / κατοικίας / ρεύματος / παλίρροιας / υπουργείου … / πυροβολικού / ανέμου / ορχήστρας / ηλεκτρονικού ταχυδρομείου» και πολλά άλλα.
Ετυμολογία
< διευθύν(ω) -σις > -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διεύθυνση», σ. 221. https://navalhistory.gr/lexiko/διευθυνση/