διευθετώ
ρ. [μετβ.]
τακτοποιώ, διαμορφώνω, εξομαλύνω, βάζω τάξη.
Ετυμολογία
< μτγν. διευθετῶ < αρχ. εὐθετέω / εὐθετῶ < εὔθετος < εὖ + τίθημι.
Παράγωγα
διευθέτης, διευθέτηση, διευθετήσιμος, διευθετίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διευθετώ», σ. 221. https://navalhistory.gr/lexiko/διευθετω/