navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διασάφηση

διασάφηση

η, ουσ.

  1. το να εξηγεί κάποιος κάτι όσο το δυνατόν καλύτερα για να γίνεται πιο κατανοητό, διασαφήνιση
  2. γραπτή δήλωση στο τελωνείο με σκοπό τον εκτελωνισμό του εμπορεύματος, (φρ.) «διασάφηση τελωνειακή / εισαγωγής / εξαγωγής».

Ετυμολογία

< μτγν. διασάφη(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διασάφηση», σ. 215. https://navalhistory.gr/lexiko/διασαφηση/