διασαφηνίζω
ρ. [μετβ.]
δίνω διευκρινιστικές απαντήσεις, εξηγώ κάτι όσο το δυνατόν καλύτερα, ξεδιαλύνω, ερμηνεύω, αντών. συγχύζω.
Ετυμολογία
< αρχ. δια- + σαφην(ίζω) < σαφηνής [= αδιαμφισβήτητη αλήθεια].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διασαφηνίζω», σ. 215. https://navalhistory.gr/lexiko/διασαφηνιζω/