διαμονητήριο
το, ουσ.
- το μέρος στο οποίο διαμένει κάποιος αλλοδαπός
- έγγραφο με το οποίο δίνεται σε κάποιον αλλοδαπό η άδεια παραμονής του σε συγκεκριμένο τόπο
- (εκκλ.) έγγραφο επισκεψιμότητας στο Άγιο Όρος.
Ετυμολογία
< διαμονή + -τήριο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαμονητήριο», σ. 212. https://navalhistory.gr/lexiko/διαμονητηριο/