navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαμονητήριο

διαμονητήριο

το, ουσ.

  1. το μέρος στο οποίο διαμένει κάποιος αλλοδαπός
  2. έγγραφο με το οποίο δίνεται σε κάποιον αλλοδαπό η άδεια παραμονής του σε συγκεκριμένο τόπο
  3. (εκκλ.) έγγραφο επισκεψιμότητας στο Άγιο Όρος.

Ετυμολογία

< διαμονή + -τήριο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαμονητήριο», σ. 212. https://navalhistory.gr/lexiko/διαμονητηριο/