navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διάκαυση

διάκαυση

η, ουσ.

  1. πυράκτωση, διαπύρωση, το αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής καύσης
  2. (ιατρ.) καυτηρίαση
  3. ασθένεια του ξύλου που προκαλεί τη σήψη του.

Ετυμολογία

< δια + καύση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάκαυση», σ. 209. https://navalhistory.gr/lexiko/διακαυση/