διάκαυση
η, ουσ.
- πυράκτωση, διαπύρωση, το αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής καύσης
- (ιατρ.) καυτηρίαση
- ασθένεια του ξύλου που προκαλεί τη σήψη του.
Ετυμολογία
< δια + καύση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάκαυση», σ. 209. https://navalhistory.gr/lexiko/διακαυση/