δελφινέλαιο
το, ουσ.
είδος λαδιού που προέρχεται από το λίπος του μαύρου δελφινιού και χρησιμοποιείται στη σαπωνοποιία και τη βυρσοδεψία.
Ετυμολογία
< δελφίς (-ίνος) + έλαιο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δελφινέλαιο», σ. 201. https://navalhistory.gr/lexiko/δελφινελαιο/