δελφινάριο
το, ουσ.
μεγάλο ενυδρείο που, συνήθως, περιέχει θαλασσινό νερό, προορισμένο για φιλοξενία δελφινιών αλλά και άλλων ειδών με σκοπό τη μελέτη ή την εκγύμνασή τους.
Ετυμολογία
< γερμ. Delphinarium < Delphin < μτγν. δελφίν [= δελφίνι] + (aqu)arium [= ενυδρείο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δελφινάριο», σ. 201. https://navalhistory.gr/lexiko/δελφιναριο/