δείχνω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- παρουσιάζω, φανερώνω, εμφανίζω
- μαρτυρώ, αποδεικνύω
- διδάσκω, εξηγώ
- εκφράζω, εκδηλώνω
- φαίνομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. δείκνυμι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δείχνω», σ. 200. https://navalhistory.gr/lexiko/δειχνω/