δείπνο
το, και δείπνος, ο, ουσ.
- το βραδινό φαγητό
- (συνεκδ.) η ώρα που συνηθίζει κανείς να παίρνει το βραδινό φαγητό του.
Ετυμολογία
< αρχ. δεῖπνον < αγνώστου ετύμου, ίσως δάνειο μεσογειακής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δείπνο», σ. 200. https://navalhistory.gr/lexiko/δειπνο/