δάπεδο
το, ουσ.
- πάτωμα οικοδομήματος
- ομαλό επίπεδο έδαφος
- (συνεκδ.) το υλικό που χρησιμοποιείται για την επίστρωση του χώρου
- (φρ.) «δάπεδο μηχανοστασίου / λεβητοστασίου / κύτους / κάμψεως σιδήρου / ανυψωμένο / υπερυψωμένο / κεκλιμένο / οριζόντιο / πλακόστρωτο / προστατευτικό / ελαστικό / αντικραδασμικό / αντιολισθητικό / βιομηχανικό / μαρμάρινο / μωσαϊκό / βινυλικό / ξύλινο / παρκέ / πλαστικό / σταμπωτό / ψηφιδωτό / χαλαζιακό».
Ετυμολογία
< αρχ. δάπεδον < δωρ. τ. δᾶ [= γη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δάπεδο», σ. 199. https://navalhistory.gr/lexiko/δαπεδο/