navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δάπεδο

δάπεδο

το, ουσ.

  1. πάτωμα οικοδομήματος
  2. ομαλό επίπεδο έδαφος
  3. (συνεκδ.) το υλικό που χρησιμοποιείται για την επίστρωση του χώρου
  4. (φρ.) «δάπεδο μηχανοστασίου / λεβητοστασίου / κύτους / κάμψεως σιδήρου / ανυψωμένο / υπερυψωμένο / κεκλιμένο / οριζόντιο / πλακόστρωτο / προστατευτικό / ελαστικό / αντικραδασμικό / αντιολισθητικό / βιομηχανικό / μαρμάρινο / μωσαϊκό / βινυλικό / ξύλινο / παρκέ / πλαστικό / σταμπωτό / ψηφιδωτό / χαλαζιακό».

Ετυμολογία

< αρχ. δάπεδον < δωρ. τ. δᾶ [= γη].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δάπεδο», σ. 199. https://navalhistory.gr/lexiko/δαπεδο/