δαπανώ
ρ. [μετβ.]
- ξοδεύω χρήματα
- καταναλίσκω δυνάμεις.
Ετυμολογία
< δαπάνη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δαπανώ», σ. 199. https://navalhistory.gr/lexiko/δαπανω/
Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δαπανώ
ρ. [μετβ.]
< δαπάνη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δαπανώ», σ. 199. https://navalhistory.gr/lexiko/δαπανω/