γραμμή
η, ουσ.
- (γεωμ.) σχήμα που έχει μία μόνο διάσταση, το μήκος
- σειρά, αράδα
- το όριο ανάμεσα σε δύο εκτάσεις
- (μτφ.) κατεύθυνση, πορεία
- αξία, ποιότητα
- σχέδιο ραψίματος
- περίγραμμα, χαρακτηριστικά
- επικίνδυνη ζώνη πολεμικών επιχειρήσεων
- η πολιτική θέση που δίδεται από το κόμμα για κάποιο ζήτημα, 9. το τακτικό και καθορισμένο δρομολόγιο ενός μέσου μεταφοράς
- [πληθ.] οι ράγες του τρένου
- η τηλεφωνική σύνδεση
- (έκφρ.) «ανοικτή γραμμή (επικοινωνίας)», «η πρώτη γραμμή / μπαίνω στη γραμμή / πράσινη γραμμή»,
- (φρ. ναυτ.) «γραμμή ασφαλείας / μεταφοράς / μετώπου / παραγωγής / πυρός / αψίδων / βάσεως / γήινου ισημερινού / διοπτεύσεως / διχοτομήσεως / ηρεμούντος νήματος στάθμης / θαλασσίου ορίζοντος / θέσεως / ίσαλος ξυλείας / κάθετος / κατακόρυφος / καταστρώματος / μεγίστου πλάτους / ορίου ασφαλείας / πίστεως / σύρματος / τροπίδας / τομής περιβλήματος και στείρας / φορτώσεως / χωρισμού άβακα και αψίδας / ωριαίας ατράκτου / αφίξεως / εκκινήσεως / αποκλεισμού / κεντρική / σημαντήρων / καλωδίων», «ίσαλος γραμμή θέρους ή ίσαλος έμφορτος / ίσαλος γλυκών υδάτων / ίσαλος άφορτος γραμμή».
Ετυμολογία
< αρχ. γραμμή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γραμμή», σσ. 191-192. https://navalhistory.gr/lexiko/γραμμη/