navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γραμμή

γραμμή

η, ουσ.

  1. (γεωμ.) σχήμα που έχει μία μόνο διάσταση, το μήκος
  2. σειρά, αράδα
  3. το όριο ανάμεσα σε δύο εκτάσεις
  4. (μτφ.) κατεύθυνση, πορεία
  5. αξία, ποιότητα
  6. σχέδιο ραψίματος
  7. περίγραμμα, χαρακτηριστικά
  8. επικίνδυνη ζώνη πολεμικών επιχειρήσεων
  9. η πολιτική θέση που δίδεται από το κόμμα για κάποιο ζήτημα, 9. το τακτικό και καθορισμένο δρομολόγιο ενός μέσου μεταφοράς
  10. [πληθ.] οι ράγες του τρένου
  11. η τηλεφωνική σύνδεση
  12. (έκφρ.) «ανοικτή γραμμή (επικοινωνίας)», «η πρώτη γραμμή / μπαίνω στη γραμμή / πράσινη γραμμή»,
  13. (φρ. ναυτ.) «γραμμή ασφαλείας / μεταφοράς / μετώπου / παραγωγής / πυρός / αψίδων / βάσεως / γήινου ισημερινού / διοπτεύσεως / διχοτομήσεως / ηρεμούντος νήματος στάθμης / θαλασσίου ορίζοντος / θέσεως / ίσαλος ξυλείας / κάθετος / κατακόρυφος / καταστρώματος / μεγίστου πλάτους / ορίου ασφαλείας / πίστεως / σύρματος / τροπίδας / τομής περιβλήματος και στείρας / φορτώσεως / χωρισμού άβακα και αψίδας / ωριαίας ατράκτου / αφίξεως / εκκινήσεως / αποκλεισμού / κεντρική / σημαντήρων / καλωδίων», «ίσαλος γραμμή θέρους ή ίσαλος έμφορτος / ίσαλος γλυκών υδάτων / ίσαλος άφορτος γραμμή».

Ετυμολογία

< αρχ. γραμμή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γραμμή», σσ. 191-192. https://navalhistory.gr/lexiko/γραμμη/